Μονοκατοικία στο Χαλάνδρι
Η διώροφη μονοκατοικία αναπτύσσεται στο κεντρικό τμήμα οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 370,63 τ.μ., με τη μία πλευρά της να εφάπτεται στο όριο του οικοπέδου. Περιμετρικά της κατοικίας διαμορφώνεται μια ευρύχωρη ζώνη πρασίνου, η οποία ενισχύει την ιδιωτικότητα και δημιουργεί μια αίσθηση ηρεμίας και απομόνωσης από το άμεσο οικιστικό περιβάλλον.
Η κατοικία αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα. Οι βοηθητικοί χώροι τοποθετούνται στο υπόγειο, ενώ οι κύριες λειτουργίες οργανώνονται στο ισόγειο και τον όροφο, διαμορφώνοντας την καθημερινότητα ανάμεσα στο φυσικό φως, τη θέα και τη συνεχή ροή των χώρων.
Στο ισόγειο, το καθιστικό, η τραπεζαρία και η κουζίνα συνθέτουν έναν ενιαίο, διαμπερή χώρο, ο οποίος αναπτύσσει άμεση σχέση με τους ημιυπαίθριους και υπαίθριους χώρους μέσω εκτεταμένων υαλοστασίων. Ο ημιυπαίθριος λειτουργεί ως επέκταση της κουζίνας και αποτελεί σημείο συνάντησης και φιλοξενίας κατά τους θερινούς μήνες, ενισχύοντας τη συνέχεια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Το επίπεδο του ισογείου ολοκληρώνεται με έναν ξενώνα και ένα λουτρό, τα οποία συμπληρώνουν τη λειτουργική οργάνωση της κατοικίας και εξυπηρετούν την καθημερινή χρήση.
Κεντρικό συνθετικό στοιχείο αποτελεί το νερό, καθώς η πισίνα αναπτύσσεται στον υπαίθριο χώρο που ορίζεται από τους δύο κύριους όγκους της κατοικίας, ολοκληρώνοντας τη γεωμετρία της σύνθεσης και συγκροτώντας τον βασικό πυρήνα της υπαίθριας διαβίωσης. Το στοιχείο του νερού ενισχύει τις οπτικές φυγές και συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός ήπιου μικροκλίματος, προσδίδοντας ατμοσφαιρική ποιότητα και χωρικό βάθος τόσο στους υπαίθριους όσο και στους εσωτερικούς χώρους.
Στον όροφο αναπτύσσεται η ιδιωτική ζώνη της κατοικίας, η οποία περιλαμβάνει ένα παιδικό υπνοδωμάτιο και την κύρια κρεβατοκάμαρα με walk-in χώρο γκαρνταρόμπας. Τα δωμάτια διαθέτουν και τα δύο ιδιωτικά en-suite λουτρά. Στο ίδιο επίπεδο τοποθετείται και ένα γραφείο, το οποίο διατηρεί οπτική επαφή με το καθιστικό, ενισχύοντας τη χωρική συνέχεια μεταξύ των επιπέδων. Το διώροφο κενό πάνω από το καθιστικό συγκροτεί τον κατακόρυφο άξονα της σύνθεσης, επιτρέποντας τη διάχυση του φυσικού φωτός και ενισχύοντας τη χωρική συνέχεια μεταξύ των επιπέδων.
Η μορφολογική ταυτότητα της κατοικίας προκύπτει από την καθαρή γεωμετρία των όγκων και τη σύνθεση των υλικών. Ο λευκός κύριος όγκος του κτιρίου συνδιαλέγεται με τις λευκές αποχρώσεις των δαπέδων, ενώ έρχεται σε αντίθεση με τις μαύρες επιφάνειες στο καθιστικό και την κουζίνα. Τα μαύρα κουφώματα και τα γυάλινα στηθαία υπογραμμίζουν τις ακμές και τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες της σύνθεσης, τονίζοντας τη διαφάνεια και τη συνέχεια μεταξύ των επί μέρους χώρων. Μέσα από την ισορροπία μεταξύ λιτότητας και υλικότητας, η κατοικία αποκτά μια διαχρονική και ήρεμη αρχιτεκτονική παρουσία.